Σχολεία – εκπαίδευση: Μάθε παιδί μου… Ιστορία ή ιστορία μου…αμαρτία μου!

Τα ευρήματα της έρευνας που διεξήγαγε το «Παρατηρητήριο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη» σε 16 χώρες, ανάμεσά τους και η Ελλάδα

Ο (λίγος) χρόνος που αφιερώνεται στο διδακτικό πρόγραμμα για το μάθημα της Ιστορίας, η υπερβολικά μεγάλη ύλη και το γεγονός ότι όλα γυρίζουν γύρω από τις εξετάσεις είναι τα βασικότερα εμπόδια για τη σωστή διδασκαλία του μαθήματος στην Ελλάδα, σύμφωνα με τους συμμετέχοντες από τη χώρα μας στη μεγάλη έρευνα που διεξήγαγε το «Παρατηρητήριο για τη διδασκαλία της Ιστορίας στην Ευρώπη» (OHTE).

Σε αυτήν πήραν μέρος 16 χώρες: η Αλβανία, η Γεωργία, η Σλοβενία, η Σερβία, η Ανδόρα, η Πορτογαλία, η Β. Μακεδονία, η Ιρλανδία, το Λουξεμβούργο, η Μάλτα, η Γαλλία, η Αρμενία, η Τουρκία, η Ισπανία, η Ελλάδα και η Κύπρος.

Όπως γράφει η Βιρβιδάκη Ιφιγένεια σε αναλυτικό της δημοσίευμα στα NEA, το Παρατηρητήριο εργάστηκε χρησιμοποιώντας τρία ερευνητικά εργαλεία.

Πρώτον, απευθύνθηκε στις εκπαιδευτικές Αρχές κάθε χώρας, δηλαδή το υπουργείο Παιδείας, με αναλυτικό ερωτηματολόγιο σχετικά με τις ώρες διδασκαλίας, τον αριθμό και την ειδίκευση των διδασκόντων κ.λπ.

Στη συνέχεια, 6.000 εκπαιδευτικοί από τα κράτη που συμμετέχουν, οι οποίοι πήραν μέρος εθελοντικά, απάντησαν σε ένα κοινό ερωτηματολόγιο σχετικά με τις δυσκολίες που συναντούν στις χώρες τους.

Τέλος, οι ίδιοι συμμετείχαν σε focus groups με αναλυτικές συζητήσεις για το πώς κάνουν το μάθημα, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν κ.λπ.

Επτά αγκάθια στη διδασκαλία του μαθήματος

«Παρά το γεγονός ότι η έρευνα δεν έχει ακόμη επισήμως δημοσιευθεί, στο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Στρασβούργο πριν από λίγες μέρες, ανακοινώθηκαν ορισμένα ευρήματα που είναι λίγο ή πολύ κοινά στις περισσότερες χώρες», λέει στα «ΝΕΑ» ο Αγγελος Παληκίδης, αναπληρωτής καθηγητής Διδακτικής της Ιστορίας, εμπειρογνώμονας για την Ιστορική Εκπαίδευση στο Συμβούλιο της Ευρώπης.

«Αναφέρω επιγραμματικά επτά σημεία που πρέπει να μας προβληματίσουν και να μας κινητοποιήσουν:

1. Η απόσταση ανάμεσα στη σχολική ιστορία και την επιστημονική ιστορία παραμένει αγεφύρωτη.

2. Η διδακτέα ύλη είναι υπερβολικά μεγάλη, είναι αδύνατο να καλυφθεί και δεν αφήνει περιθώρια ανακαλυπτικής και συνεργατικής διδασκαλίας και μάθησης σε εκπαιδευτικούς και μαθητές/τριες – που σημαίνει ότι προτάσσεται η ποσότητα εις βάρος της ποιότητας και της εις βάθος μάθησης.

3. Κυριαρχεί η πολιτικο-στρατιωτική και εθνική ιστορία, απουσιάζουν ή παρουσιάζονται ακροθιγώς ζητήματα κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας, ενώ δεν διασυνδέεται το ιστορικό παρελθόν με τα ζητήματα του παρόντος, με αποτέλεσμα πολλοί νέοι πολίτες να υποκύπτουν στις σειρήνες της προπαγάνδας και των fake news.

4. Αποφεύγεται η πολυπρισματικότητα, δηλαδή η ανάδειξη των πολλαπλών ερμηνευτικών οπτικών στην ιστορία, ενώ σπάνια προσφέρεται στα παιδιά και η οπτική του εθνικού «άλλου».

5. Η αξιολόγηση των μαθητών/τριών περιορίζεται στο περιεχόμενο, απαιτεί κυρίως απομνημόνευση και υποβαθμίζει την κριτική σκέψη.

6. Η μεγάλη πλειονότητα των εκπαιδευτικών χρησιμοποιούν ως αποκλειστικό μέσο διδασκαλίας το σχολικό εγχειρίδιο.

7. Οι εκπαιδευτικοί είναι ελάχιστα ικανοποιημένοι από την παρεχόμενη επιμόρφωση, η οποία συνήθως γίνεται εκτός του εργασιακού τους ωραρίου και δεν αποζημιώνεται».

Εγκλωβισμένοι σε ένα βιβλίο

Το 84% των ελλήνων καθηγητών που συμμετείχαν στην έρευνα θεωρεί το εγχειρίδιο της Ιστορίας ως τον πιο καθοριστικό παράγοντα για το περιεχόμενο και τον τρόπο διδασκαλίας.

Και στις άλλες χώρες το ποσοστό αυτό είναι υψηλότατο.

Εξαίρεση αποτελούν η Ιρλανδία (44%), η Ισπανία (39%), η Γαλλία (31%), η Μάλτα (30%) και η Ανδόρα (17%).

Η πρύτανις του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών, καθηγήτρια Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας Χριστίνα Κουλούρη, η οποία και ασχολείται ιδιαίτερα και με τη διδακτική της Ιστορίας, επισημαίνει:

«Μπορούμε να ισχυριστούμε, όπως φαίνεται εξάλλου κι από την έρευνα, ότι οι περισσότεροι εκπαιδευτικοί σε όλη την Ευρώπη στηρίζονται στο εγχειρίδιο – όποιο κι αν είναι αυτό. Υπάρχει, ωστόσο, κάτι που διαφοροποιεί την Ελλάδα. Κι αυτό είναι ότι το ένα και μοναδικό εγχειρίδιο εκδίδεται από το κράτος».

Υπάρχει, όμως, και μια σειρά από αντιφάσεις σχετικά με τη διδασκαλία της, τις οποίες επισημαίνει στη συζήτηση μας η Χριστίνα Κουλούρη: «Επικαλούμαστε συνεχώς την Ιστορία μας αλλά η διδασκαλία της είναι περιθωριοποιημένη μέσα στο σχολικό πρόγραμμα.

Από την άλλη, η ύλη της είναι τεράστια και οι μαθητές καλούνται να την αποστηθίσουν.

Δηλαδή, η μέθοδος της διδασκαλίας της αντιφάσκει απολύτως με την ίδια την επιστήμη της Ιστορίας που καλλιεργεί την κριτική σκέψη.

Και οι αντιφάσεις είναι που κάνουν τη διδασκαλία της Ιστορίας αναποτελεσματική και το μάθημα συχνά απωθητικό στα παιδιά».

 Τεράστια ποσότητα ύλης

Το μεγαλύτερο θέμα στη διδασκαλία της Ιστορίας, όπως φάνηκε στην έρευνα (το εντοπίζουν οι συμμετέχοντες από τις περισσότερες χώρες), είναι η πολύ μεγάλη ποσότητα της ύλης, κάτι που, όπως παρατηρεί η Βασιλική Σακκά, εκπαιδευτικός, πρόεδρος του Ομίλου για την Ιστορική Εκπαίδευση στην Ελλάδα, ακυρώνει τη διδασκαλία του μαθήματος.

«Ειδικά στο Λύκειο γίνεται υποχρεωτικό να καλυφθεί όλη η ύλη, η οποία όμως προσφέρει μόνο γνώση γεγονότων και αποστήθιση. Δεν δίνονται περιθώρια στον εκπαιδευτικό  να αξιοποιήσει διδακτικές προσεγγίσεις και μεθοδολογία που επιτρέπει στα παιδιά να γνωρίσουν εις βάθος το γνωστικό αντικείμενο, να ανακαλύψουν τη γοητεία της Ιστορίας».

Η πίεση του χρόνου, προφανώς και έχει συνέπειες.

«Τα παιδιά καλούνται να κατανοήσουν έναν ολόκληρο κόσμο που υπήρχε στο παρελθόν και το βιβλίο είναι γραμμένο με το δεδομένο ότι κατανοούν τα αντίστοιχα φαινόμενα στον σύγχρονο κόσμο. Δεν είναι όμως δεδομένο, π.χ. ότι καταλαβαίνουν τη διαφορά που έχει η ανταλλακτική οικονομία από τη νομισματική. Πρέπει να μιλήσεις μαζί τους γι’ αυτό», επισημαίνει ο Παύλος Βελιτζέλος, καθηγητής Ιστορίας σε Λύκειο.

Αλλά και στο Γυμνάσιο, το πρόβλημα είναι έντονο.

Ιδού πώς το περιγράφει η Ελένη Κωσταρά, καθηγήτρια Ιστορίας σε Γυμνάσιο της Αττικής:

«Η ύλη του Γυμνασίου είναι χωρισμένη σε 3 τεύχη, ένα για κάθε τάξη που καλύπτει μια συγκεκριμένη περίοδο. Το θέμα είναι αν προλαβαίνουμε να καλύψουμε την ύλη κάθε χρόνο. Αν ο εκπαιδευτικός δεν καλύψει την ύλη της προηγούμενης τάξης, οι μαθητές που περνούν στην επόμενη δεν έχουν ολοκληρωμένη θέαση της Ιστορίας».

Συζητώντας με δύο εκπαιδευτικούς διαπιστώνει κανείς δύο ταχύτητες σε σχέση με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης των ψηφιακών μέσων. Το σίγουρο είναι, πάντως, ότι, σύμφωνα και με τους δύο, κάτι τέτοιο είναι πολύ σημαντικό – ίσως και να καλύπτει την έλλειψη πολλαπλών πηγών.

«Ομως το ψηφιακό υλικό είναι δύσκολο να αξιοποιηθεί», λέει η Ελένη Κωσταρά.

«Τα δημόσια σχολεία σπάνια διαθέτουν μια αίθουσα καλά εξοπλισμένη με όλο τον τεχνολογικό εξοπλισμό που χρειάζεται για να μπορέσει ο εκπαιδευτικός να κάνει αυτή την προσέγγιση. Ακόμα κι αν είναι εξοπλισμένη, όμως, πολύ συχνά είναι κακοσυντηρημένη. Κι ας πούμε ότι σε ένα σχολείο υπάρχει ο απαραίτητος εξοπλισμός. Ο,τι όμως έχει σχέση με βιωματικές μεθόδους, που περιλαμβάνουν ενεργό συμμετοχή και δράση των παιδιών, είναι πιο χρονοβόρο. Αν σκεφθείτε ότι η διδασκαλία υποτάσσεται στις εξετάσεις του Ιουνίου, καταλαβαίνετε πόσο δύσκολο είναι. Γιατί είναι δίκοπο μαχαίρι, το αν θα επιλέξει ο εκπαιδευτικός να ρισκάρει να μην καλύψει την ύλη με αποτέλεσμα τα παιδιά να έχουν κενά την επόμενη χρονιά».

Η εμπειρία του Παύλου Βελιτζέλου είναι διαφορετική.

«Στο λύκειο όπου εργάζομαι έχουμε φροντίσει από χρόνια να έχουμε εποπτικά μέσα, αυτές τις μέρες εγκαθίστανται και οι διαδραστικοί πίνακες. Ετσι έχουμε την άνεση των πολλών πηγών».

Η ανταπόκριση των παιδιών είναι εντυπωσιακή όταν προστεθεί οπτικοακουστικό υλικό αλλά και όταν εμπλέκονται με διάφορους τρόπους.

{Πηγή: alfavita.gr}